ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΘΕΡΙΝΗΣ ΣΕΖΟΝ

Σκοτάδη Δ. Μαρία
Οικονομολογός – Λογιστρια – Φοροτεχνικός
Α τάξης
ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΘΕΡΙΝΗΣ ΣΕΖΟΝ
Η θερινή σεζόν σιγά σιγά τείνει προς το τέλος της ,ας ρίξουμε μια ματιά σε κάποια βασικά σημεία που απασχολούν εργαζόμενους και εργοδότες
Τι είναι η σαιζόν
Σαιζόν είναι μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος λειτουργίας του έτους, που ορίζεται ως εξής:
για τα τουριστικά καταλύματα, τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα κέντρα αναψυχής, τα ζαχαροπλαστεία, τα καφενεία και τα ιαματικά λουτρά που λειτουργούν όλο τον χρόνο, σαιζόν είναι η περίοδος που διαρκεί
από την 01.04 έως την 31.10 (θερινή σαιζόν) ή
από την 01.11 έως την 31.03 (χειμερινή σαιζόν)

για τα τουριστικά καταλύματα, τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα κέντρα αναψυχής, τα ζαχαροπλαστεία, τα καφενεία και τα ιαματικά λουτρά αλλά και για όλες τις επιχειρήσεις που δεν λειτουργούν όλους τους μήνες αλλά από δύο (2) έως εννέα (9) μήνες τον χρόνο, σαιζόν είναι η συγκεκριμένη χρονική περίοδος που είναι σε λειτουργία [π.χ. για ξενοδοχείο που λειτουργεί τέσσερις (4) μήνες τον χρόνο, η σαιζόν διαρκεί για τους τέσσερις (4) αυτούς μήνες]
για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν όλο τον χρόνο με μειωμένο προσωπικό κατά τις περιόδους ύφεσης, σαιζόν είναι η περίοδος των μηνών αιχμής
Για να θεωρηθεί ότι κάποιος ασφαλισμένος έχει εργασθεί για μία σαιζόν σε μία επιχείρηση που λειτουργεί εποχικά πρέπει κατά τα παραπάνω κατά περίπτωση χρονικά διαστήματα διάρκειας της σαιζόν να έχει πραγματοποιήσει κατά μέσο όρο δεκατρείς (13) ημέρες ασφάλισης
ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΕΠΟΧΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ
Δικαιούχοι του ειδικού εποχικού βοηθήματος είναι τα άτομα που παρέχουν εργασία στην Ελλάδα, εφόσον υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ και ασκούν ένα από τα κάτωθι επαγγέλματα:
οικοδόμου, λατόμου, ασβεστοποιού, πλινθοποιού, αγγειοπλάστη, δασεργάτη, ρητινοσυλλέκτη, καπνεργάτη, μουσικού μέλους του οικείου επαγγελματικού σωματείου, υποδηματεργάτη, μισθωτού ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης, χειριστή εκσκαπτικών, ανυψωτικών, οδοποιητικών, γεωτρητικών μηχανημάτων, ηθοποιού, τεχνικού κινηματογράφου και τηλεόρασης, χειριστή και βοηθού χειριστή κινηματογράφου, ελεγκτή κινηματογράφου και θεάτρου, ταμία κινηματογράφου και θεάτρου, μισθωτού τουριστικού και επισιτιστικού κλάδου, καθώς και σμυριδεργάτη.
Επίσης δικαιούχοι είναι και οι μισθωτοί της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης, εφόσον υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ , όταν παρέχουν την εργασία τους σε επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα και δραστηριότητες σε ένα ή περισσότερα κράτη – μέλη της ΕΕ (άρθ. 14 παρ. 1 του Ν. 3762/09, ΦΕΚ 75Α’/15-05-2009)
Συνταξιούχοι την 10/09, που κατά το προηγούμενο έτος ασκούσαν ένα από τα παραπάνω επαγγέλματα και έχουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη του βοηθήματος, δικαιούνται το εποχικό βοήθημα, εφόσον η σύνταξη που λαμβάνουν (κύρια και επικουρική) είναι μικρότερη από την κατώτερη σύνταξη που χορηγεί ο e-ΕΦΚΑ στους ασφαλισμένους του κατά το έτος καταβολής του βοηθήματος
ΕΠΟΧΙΚΟΙ ΑΝΕΡΓΟΙ & ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΔΥΠΑ (ΟΑΕΔ)
Ποιοι ασφαλισμένοι επιδοτούνται ως «εποχικοί»
Ως εποχικοί επιδοτούνται οι ασφαλισμένοι που έχουν απασχοληθεί σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά για μία ή δύο σαιζόν.
Για να ενταχθούν στην κατηγορία αυτή οι ασφαλισμένοι πρέπει να συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις, δηλαδή και η επιχείρηση να λειτουργεί εποχικά και η απασχόληση να έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια μίας ή δύο σαιζόν.
Ποιες επιχειρήσεις θεωρείται ότι λειτουργούν εποχικά
Επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά είναι κατ’ αρχάς τα τουριστικά καταλύματα, τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα κέντρα αναψυχής, τα ζαχαροπλαστεία, τα καφενεία και τα ιαματικά λουτρά, αλλά και κάθε επιχείρηση που πληροί τις εξής δύο προϋποθέσεις:
α) λόγω της φύσης των εργασιών της (πχ υδρονομείς), των καιρικών (πχ. Χιονοδρομικό κέντρο) ή ιδιαιτέρων συνθηκών (πχ τουρισμός) ή των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών (πχ ελαιοτριβείο)
β) λειτουργεί:
από δύο (2) έως εννέα (9) μήνες τον χρόνο ή
όλο τον χρόνο, αλλά έχει περιόδους ύφεσης, κατά τις οποίες το προσωπικό που απασχολεί δεν ξεπερνά το 25% του προσωπικού που απασχολεί στις περιόδους αιχμής

*Ως εποχική επιχείρηση θεωρείται και το Δημόσιο, όταν προσλαμβάνει μισθωτούς με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αυξημένων αναγκών σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους (π.χ. πυροσβέστες).
Προϋποθέσεις Αρχικής Επιδότησης
Η Τακτική Επιδότηση Ανεργίας χορηγείται στους αιτούντες – πρώην μισθωτούς που έχουν εργασθεί σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά για μία ή δύο σαιζόν, εφόσον:
1.καταγγέλθηκε ή έληξε η Σύμβαση Εργασίας τους (δεν χορηγείται σε όσους αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους)
2.έχουν την ιδιότητα του ανέργου κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για επιδότηση (δεν απασχολούνται σε άλλον εργοδότη,
3.δεν αυτοαπασχολούνται , είναι ικανοί και διαθέσιμοι στην αγορά εργασίας)
έχουν πραγματοποιήσει σε συγκεκριμένα (κρίσιμα) χρονικά διαστήματα συγκεκριμένο αριθμό ημερών εργασίας σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά, για τις οποίες καταβάλλονταν εισφορές υπέρ του κλάδου ανεργίας του ΟΑΕΔ, ως εξής:

Α. Νέοι επιδοτούμενοι
Νέοι Επιδοτούμενοι που έχουν απασχοληθεί σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά για μία σαιζόν:
τουλάχιστον εκατό (100) ημέρες εργασίας σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά με κρατήσεις υπέρ του κλάδου ανεργίας εντός του 14μήνου πριν από τη λήξη ή τη λύση της εργασιακής σχέσης, χωρίς να υπολογίζονται οι ημέρες των δύο (2) τελευταίων μηνών πριν από τη λήξη ή τη λύση αυτής και
ογδόντα (80) ημέρες εξαρτημένης εργασίας σε κάθε έτος κατά τα δύο (2) προηγούμενα έτη πριν από την έναρξη της επιδότησής τους

-Νέοι επιδοτούμενοι που έχουν απασχοληθεί σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά για δύο συνεχόμενες σαιζόν:
τουλάχιστον εκατό (100) ημέρες εργασίας σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά με κρατήσεις υπέρ του κλάδου ανεργίας κατά το τελευταίο 12μηνο πριν από τη λήξη ή λύση της σύμβασης εργασίας τους και
ογδόντα (80) ημέρες εξαρτημένης εργασίας σε κάθε έτος κατά τα δύο (2) προηγούμενα έτη πριν από την έναρξη της επιδότησής τους

Β. Παλαιοί επιδοτούμενοι
Παλαιοί επιδοτούμενοι που έχουν απασχοληθεί σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά για μία σαιζόν:
τουλάχιστον εκατό (100) ημέρες εργασίας σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά με κρατήσεις υπέρ του κλάδου ανεργίας εντός του 14μήνου πριν από τη λήξη ή τη λύση της εργασιακής σχέσης, χωρίς να υπολογίζονται οι ημέρες των δύο (2) τελευταίων μηνών πριν από τη λήξη ή τη λύση αυτής

Παλαιοί επιδοτούμενοι που έχουν απασχοληθεί σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά για δύο συνεχόμενες σαιζόν:
τουλάχιστον εκατό (100) ημέρες εργασίας σε επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχικά με κρατήσεις υπέρ του κλάδου ανεργίας κατά το τελευταίο 12μηνο πριν από τη λήξη ή λύση της σύμβασης εργασίας τους
Η προθεσμία υποβολής της αίτησης είναι:
  • για αρχική επιδότηση: εξήντα (60) ημέρες από την επομένη της ημερομηνίας λήξης ή λύσης της εργασιακής σχέσης.
  • για συνέχιση επιδότησης που ανεστάλη: δύο (2) έτη από την ημερομηνία έγκρισης της αρχικής επιδότησης
Ως προϋπόθεση των ανωτέρω είναι η Καταγγελία Σύμβασης Εργασίας
1.Καταγγελια Σύμβασης Εργασίας
Η σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί πριν τη λήξη της για σπουδαίο λόγο είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο.
Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία (αναγκαστικού δικαίου η διάταξη της ΑΚ 672).
“Σπουδαίος λόγος” είναι η ύπαρξη γεγονότων στη διάρκεια της σύμβασης, εξαιτίας των οποίων είναι αδύνατη η εξακολούθησή της σύμφωνα με την καλή πίστη (π.χ. παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων και προξένηση βλάβης από το μισθωτό με αθέτηση ουσιωδών όρων της σύμβασης και μείωση του εργαζομένου από τον εργοδότη κλπ). Εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος δεν υποχρεούται ο εργοδότης σε αποζημίωση. Την ύπαρξη σπουδαίου λόγου μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση μόνο τα δικαστήρια.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη λόγω σπουδαίου λόγου είναι:
  • Άρνηση παροχής εργασίας από τον εργαζόμενο
  • Μη συμμόρφωση σε εντολές του εργοδότη
  • Υβριστική συμπεριφορά εργαζόμενου
  • Μακρόχρονη αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία
  • Παράβαση υποχρέωσης πίστης-εχεμύθειας εκ μέρους του εργαζόμενου
  • Κλονισμός σχέσης εμπιστοσύνης
Εάν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος και καταγγελθεί η σύμβαση, ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά τους μισθούς που θα έπαιρνε μέχρι τη λήξη της.
Δεν θεωρούνται ως σπουδαίος λόγος οι οικονομοτεχνικοί λόγοι (μείωση κερδών, μείωση τζίρου κλπ). και γενικότερα οποιεσδήποτε ενέργειες ή αποφάσεις που ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και αντανακλούν στην απασχόληση των εργαζομένων.
**Στην εποχική εργασία συνηθίζεται ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης να είναι το τέλος της εποχικής σεζόν
Με την καταγγελία ο εργαζόμενος
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις καταγγελίας για σπουδαίο από τον εργαζόμενο:
  • Υβριστική συμπεριφορά του εργοδότη
  • Μείωση προσωπικότητας του εργαζόμενου
  • Αθέτηση ουσιωδών όρων της σύμβασης
  • Παρατεταμένη μη καταβολή αποδοχών
  • Παράλειψη τήρησης υποχρεώσεων για την υγιεινή και την ασφάλεια.
Καταγγελία Σύμβασης Αορίστου Χρόνου
Η καταγγελία της σύμβασης μπορεί να γίνει μονομερώς, είτε από τον εργοδότη, οπότε ονομάζεται και απόλυση, είτε από τον εργαζόμενο, οπότε μιλάμε για παραίτηση ή οικειοθελή αποχώρηση.
Η καταγγελία ρυθμίζεται από το Ν. 2112/1920 (για τους υπαλλήλους), το Β.Δ. 16/1920 (για τους εργάτες) και το Ν. 3198/1955, όπως έχουν τροποποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, ιδιαιτέρως με τους Ν. 3863/2010, 3899/2010 και 4093/2012.
Καταγγελία σύμβασης από το μισθωτό:
Η παραίτηση μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά και στην περίπτωση της δεν οφείλεται αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση, όμως, ο εργαζόμενος, κατά την αποχώρησή του δικαιούται, εφόσον δεν έχει λάβει την ετήσια άδειά του,
αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας, καθώς και των πάσης οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων του.
Καταγγελία σύμβασης από τον εργοδότη:
Ο πιο συνηθισμένος στην πράξη τρόπος λύσης της εργασιακής σχέσης είναι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη (απόλυση). Η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη διακρίνεται σε
  • τακτική (με προειδοποίηση): Τακτική είναι η καταγγελία με προειδοποίηση (προμήνυση), η οποία επιφέρει λύση της εργασιακής σχέσης μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας από τότε που θα κοινοποιηθεί στον εργαζόμενο. Η τακτική καταγγελία είναι δυνατή μόνο σε υπαλλήλους και όχι σε εργατοτεχνίτες.
  • σε έκτακτη (χωρίς προειδοποίηση): Έκτακτη είναι η καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. Η έκτακτη καταγγελία είναι η μοναδική μορφή καταγγελίας για τους εργάτες, αλλά και η πιο συνηθισμένη για τους υπαλλήλους.
Προϋποθέσεις έγκυρης έκτακτης καταγγελίας:
Είτε πρόκειται για υπαλλήλους, είτε για εργατοτεχνίτες, εφόσον συνδέονται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για να είναι έγκυρη η απόλυσή τους πρέπει να τηρηθούν οι παρακάτω διατυπώσεις:
1) Έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας,
2) Καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και
3) Καταχώρηση της απασχόλησης του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ μισθολόγια και η ασφάλισή του (άρθρο 2 Ν. 2556/1997).
Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή του σχετικού εντύπου, στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εντός 4 εργασίμων ημερών από την ημέρα της καταγγελίας (άρθρο 38 Ν. 4488/2017). Η παράλειψη της τελευταίας αυτή υποχρέωση του εργοδότη δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, αλλά επιφέρει διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη.
Όταν η διάρκεια της σύμβασης εργασίας είναι μικρότερη του 1 έτους, ο εργοδότης οφείλει να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή οφείλει να επιδώσει έγγραφη καταγγελία, χωρίς όμως να υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση.
Υποχρέωση κοινοποίησης: Κατά την έννοια του νόμου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται ισχυρή και έγκυρη και παράγει έννομα αποτελέσματα , μόνο αφότου περιέλθει στον απολυόμενο μισθωτό το έγγραφο της καταγγελίας. Δεν αρκεί να λάβει κανείς απλώς γνώση της απόλυσης, όπως π.χ. με προφορική ανακοίνωση από τον εργοδότη ή με την απλή επίδειξη του εγγράφου στο μισθωτό, αφού η απλή γνώση δεν πληροί το γράμμα, το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Στην πράξη, μετά την έναρξη λειτουργίας του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, συμπληρώνεται το Έντυπο Ε6 από τον εργοδότη και παραδίδεται στον απολυόμενο, ο οποίος υπογράφει σε ειδική θέση ότι έλαβε γνώση της καταγγελίας. Αντίγραφο του εν λόγω εντύπου χορηγείται και στον εργαζόμενο.
Η μη τήρηση έστω και μίας από τις άνω διατυπώσεις της απόλυσης, επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας και υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Συνέπεια της υπερημερίας είναι η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει τις αποδοχές του εργαζόμενου από την ημέρα της άκυρης απολύσεως μέχρι νέας τυχόν έγκυρης καταγγελίας ή οικειοθελούς αποχωρήσεως του εργαζόμενου ή μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο εργοδότης θά αποδεχθεί εκ νέου τις υπηρεσίες του απολυθέντος εργαζόμενου.
Για να θεωρηθεί έγκυρη η απόλυση δεν αρκεί η απλή προσφορά της αποζημίωσης, αλλά απαιτείται και να καταβληθεί αυτή πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο στον απολυόμενο εργαζόμενο, με την έννοια ότι πρέπει να περιέλθει στα χέρια του.
Αν ο εργαζόμενος αποδεδειγμένα αρνείται ή δεν προσέρχεται να λάβει την αποζημίωση που του προσφέρει ο εργοδότης, υποχρεούται πλέον ο τελευταίος να την καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρείται νόμιμη η αποζημίωση που κατατίθεται απευθείας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς να έχει προηγηθεί η προσήκουσα προσφορά αυτής στον εργαζόμενο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απόλυση είναι άκυρη, όχι μόνο όταν δεν καταβληθεί η οριζόμενη από το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. 16/1920 αποζημίωση, αλλά επίσης, και όταν δεν καταβληθεί η πέρα απ’ αυτή πρόσθετη χρηματική αποζημίωση που τυχόν έχει οριστεί με την ατομική σύμβαση εργασίας.
**Παράλληλα, με την αποζημίωση απόλυσης, ο απολυόμενος εργαζόμενος δικαιούται να λάβει αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας, όπως ορίζει ο νόμος.
Αν ο εργαζόμενος αρνηθεί να υπογράψει την παραλαβή του εγγράφου της απόλυσης, τότε αυτή κοινοποιείται μέσω δικαστικού επιμελητή, ενώ η αποζημίωση κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο όνομα του δικαιούχου εργαζόμενου.
Αν ο εργαζόμενος παραλάβει το έγγραφο της καταγγελίας ή την αποζημίωση και προσθέσει πριν την υπογραφή του την φράση” με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μου”, τότε δεν χάνει το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Είναι, ωστόσο, σκόπιμο να αποφύγει ο εργαζόμενος να υπογράψει έγγραφο στο οποίο περιέχονται ρήτρες παραίτησης από το δικαίωμά του, π.χ. να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας ή ότι αποδέχεται την απόλυσή του κ.ά.
Προϋποθέσεις έγκυρης τακτικής καταγγελίας:
1. Η σύνταξη εγγράφου που κοινοποιείται στον εργαζόμενο, με το οποίο του ανακοινώνεται ότι η σύμβαση εργασίας του θα λυθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοπίησης.
Η προφορική καταγγελία είναι άκυρη.
Το έγγραφο προειδοποίησης υποχρεούται να το αναγγείλει στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ εντός προθεσμίας 4 εργασίμων ημερών (άρθρο 38 Ν. 4488/2017).
Η τετραήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημέρας της παράδοσης στον εργαζόμενο του σχετικού εγγράφου. Κατά τη λήξη του χρόνου προειδοποίησης δεν προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη για νέα αναγγελία της καταγγελίας στον ΟΑΕΔ.
2. Η τήρηση ορισμένου χρόνου προειδοποίησης, ο οποίος είναι ανάλογος με το χρόνο προϋπηρεσίας στον τελευταίο εργοδότη. Συγκεκριμένα:
  • Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 12 συμπληρωμένους μήνες έως 2 χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση 1 μηνός πριν την απόλυση.
  • Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 2 χρόνια συμπληρωμένα έως 5 χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση 2 μηνών πριν την απόλυση.
  • Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 5 χρόνια συμπληρωμένα έως 10 χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση 3 μηνών πριν την απόλυση.
  • Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 10 χρόνια συμπληρωμένα και πάνω, απαιτείται προειδοποίηση 4 μηνών πριν την απόλυση.
3Καταβολή της αποζημίωσης κατά τη λήξη του χρόνου προειδοποίησης:
Ο εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως σύμφωνα με τα πιο πάνω καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης χωρίς προειδοποίηση.
Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας από την ημέρα πρόσληψης μέχρι την προειδοποίηση και όχι ο χρόνος από την προειδοποίηση μέχρι την απόλυση.
Διευκρινίζεται ότι με την προειδοποίηση δεν λύεται η σχέση εργασίας, αλλά προσδιορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία θα λυθεί αυτή. Δηλαδή το χρονικό σημείο λύσης είναι η ημέρα που λήγει η προθεσμία της προειδοποίησης. Επομένως, η εργασιακή σύμβαση συνεχίζεται ως είχε προ της καταγγελίας και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών διατηρούνται ακέραια μέχρι να λήξει ο χρόνος προειδοποίησης.
Εάν η προειδοποίηση δεν γίνει πριν από τον απαιτούμενο χρόνο, αλλά νωρίτερα, θεωρείται ως μη γενόμενη και αυτό έχει σαν συνέπεια ο εργοδότης να έχει την υποχρέωση να καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση σαν να έχει προβεί σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση.
Τονίζεται ότι σε περίπτωση που ο εργαζόμενος αποχωρήσει από τη θέση εργασίας του πριν την πάροδο της λήξης του χρόνου προειδοποίησης ή απουσιάζει αδικαιολόγητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθεί ότι αποχώρησε οικειοθελώς, με συνέπεια την απώλεια της αποζημίωσης απόλυσης.
Καταβολή Αποδοχών / Εκκαθαριστικά
Ο εργοδότης υποχρεούται:
1. Να καταβάλλει τις αποδοχές των εργαζομένων αποκλειστικά στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, αναγράφοντας την αιτιολογία και το χρονικό διάστημα που αφορά η κάθε καταβολή.
Η καταβολή των αποδοχών γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ή πάροχων υπηρεσιών πληρωμών (άρθρο 38 του Ν.4387/2016, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του Ν.4611/2019).
2. Να χορηγεί κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού, εκκαθαριστικό σημείωμα, ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.
Οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και οι επ’ αυτών κρατήσεις θα πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά (παρ. 1 της υποπαρ. ΙΑ.5 του Ν.4254/2014).
3. Στους εργαζόμενους που με βάση συμφωνία αμείβονται με ενιαίο συνολικό μισθό (κατ΄ αποκοπήν μισθός), ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγεί σημείωμα στο οποίο να αναφέρονται ο ενιαίος συνολικός μισθός που έχει συμφωνηθεί και οι επ’ αυτού κρατήσεις, καθώς και αναλυτικά οι αποδοχές τις οποίες θα εδικαιούντο να λάβουν εάν αμείβονταν με βάση κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση και οι επί των ανωτέρω αποδοχών κρατήσεις (άρθρο 5 του Ν.3227/2004).
4. Να τηρεί στο χώρο εργασίας (όπου αυτά τηρούνται, έδρα ή υποκατάστημα, ή χωριστές εγκαταστάσεις, ή κεντρικό σύστημα διοίκησης, ή διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού κλπ.) και να επιδεικνύει ανά πάσα στιγμή στους Επιθεωρητές Εργασίας τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του προσωπικού για το τελευταίο τουλάχιστον τρίμηνο (παρ. 7 του άρθρου 24 του Ν.3996/2011 σε συνδυασμό με την 27397/122/19.8.2013 ΥΑ, όπως ισχύει).
ΕΤΗΣΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ – ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ
Οι εργαζόμενοι δικαιούνται:
1. Να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε υπόχρεη επιχείρηση, κατ’ αναλογία (ποσοστό) του χρονικού διαστήματος που απασχολήθηκαν σε αυτήν.
2. Να αιτηθούν το χρονικό διάστημα εντός του οποίου επιθυμούν να λάβουν την άδεια τους, με τον εργοδότη να υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός δύο (2) μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διατυπώθηκε το αίτημα και οπωσδήποτε εντός του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους.
3. Να λάβουν ως αποδοχές αδείας τις «συνήθεις αποδοχές», δηλαδή εκείνες που θα ελάμβαναν εάν εργαζόνταν στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο.
4. Να λάβουν επίδομα αδείας ίσο προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό του μισού μισθού, για όσους αμείβονται με μισθό και των δεκατριών (13) ημερομισθίων για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο.
5. Να τους καταβληθούν οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, πριν την έναρξη της ετήσιας κανονικής άδειας.
6Να τους καταβληθούν οι αποδοχές αδείας σε περίπτωση μη χορηγήσης της αδείας μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου ημερολογιακού έτους, απλές μεν όταν δεν υπάρχει πταίσμα του εργοδότη, διπλές δε, δηλαδή με προσαύξηση κατα 100%, όταν υπάρχει και πταίσμα του εργοδότη.
7. Να τους καταβληθούν οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση από την εργασία κ.λ.π.) πριν λάβουν την κανονική άδεια που τους οφείλεται.
ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Οι εργαζόμενοι δικαιούνται ολόκληρο το Δώρο Χριστουγέννων, ίσο με ένα μηνιαίο μισθό ή με 25 ημερομίσθια, εφόσον εργάστηκαν καθ’ όλο το διάστημα από 1η Μαΐου μέχρι 31η Δεκεμβρίου ή αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων, εφόσον η εργασιακή τους σχέση δεν διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα.
ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ / ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ
Δικαιούχοι
Όλοι οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας δικαιούνται από τους εργοδότες τους Δώρο Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.
Το Δώρο Χριστουγέννων καταβάλλεται στο ακέραιο εφ’ όσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον εργοδότη διήρκησε ολόκληρη τη χρονική περίοδο, δηλαδή από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.
Για όσους από τους μισθωτούς η σχέση εργασίας τους δεν διήρκεσε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα καταβάλλεται αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων, ίση με 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε δεκαεννέα (19) ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης. Για χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα.
Στο χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης δεν υπολογίζονται α) οι αδικαιολόγητες απουσίες, β) οι ημέρες απεργίας και γ) η άδεια άνευ αποδοχών, ενώ σε περίπτωση ασθενείας αφαιρούνται μόνο οι ημέρες για τις οποίες έλαβαν οι μισθωτοί επίδομα ασθενείας από το Ασφαλιστικό τους Ταμείο.
Συνυπολογίζεται πάντως ο χρόνος της υποχρεωτικής αποχής από την εργασία των γυναικών προ και μετά από τον τοκετό.
Χρόνος καταβολής
Το Δώρο Χριστουγέννων καταβάλλεται το αργότερο την 21η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το συνολικό ποσό και να καταβάλει έως την 31 Δεκεμβρίου, το ποσό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 21 έως 31 Δεκεμβρίου.
Βάση υπολογισμού
Το Δώρο Χριστουγέννων υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που πραγματικά καταβάλλονται στους μισθωτούς κατά την 10η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο.
Σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης πριν από την ημερομηνία αυτή, το Δώρο Χριστουγέννων υπολογίζεται βάσει των αποδοχών που καταβάλλονται την ημέρα της λύσης της εργασιακής σχέσης. Σαν καταβαλλόμενες αποδοχές εννοείται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού και περιλαμβάνονται ο νόμιμος ή συμβατικός μισθός και κάθε άλλη παροχή, σε είδος ή χρήμα, που καταβάλλεται τακτικά ανά μήνα ή περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα.
Για όσους αμείβονται με ωρομίσθιο ή κυμαινόμενες αποδοχές, ο υπολογισμός γίνεται βάσει του μέσου όρου των αποδοχών που έλαβε ο μισθωτός κατά το διάστημα από 1/5- 31/12 ή μέχρι την ημερομηνία λήξεως της εργασιακής του σχέσης. Διαιρούνται δηλαδή οι συνολικές αμοιβές που έλαβε ο μισθωτός μέσα στο διάστημα αυτό δια του αριθμού των ημερών του διαστήματος αυτού κατά τις οποίες ο μισθωτός εργάσθηκε ή διατήρησε αξίωση για τις αποδοχές του. Το ποσό που προκύπτει πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των ημερομισθίων που αναλογούν στη διάρκεια της εργασιακής σχέσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.